
ΓΕΝΙΚΑ
£200.000, βαριές κατηγορίες και ένα διαζύγιο που έφτασε στο Εφετείο
Γιατί απορρίφθηκε η έφεση της συζύγου
Μια περίπλοκη οικογενειακή διαμάχη, με επίκεντρο την περιουσία, τις σχέσεις με τα παιδιά και εκατέρωθεν ισχυρισμούς για τη συζυγική ζωή, απασχόλησε τα κυπριακά δικαστήρια. Η υπόθεση έφτασε μέχρι το Εφετείο, ωστόσο η τελική εξέλιξη δεν αφορούσε την ουσία των κατηγοριών, αλλά τον θάνατο του συζύγου πριν η πρωτόδικη απόφαση καταστεί τελεσίδικη.
Το ζευγάρι είχε παντρευτεί το 2007, ενώ και οι δύο σύζυγοι είχαν παιδιά από προηγούμενους γάμους. Η μεταξύ τους σχέση οδηγήθηκε σε διάσταση το 2022, όταν η γυναίκα αποχώρησε από τη συζυγική κατοικία.
Οι κατηγορίες για την περιουσία και τα παιδιά
Σύμφωνα με όσα παρουσιάστηκαν ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου, ο σύζυγος υποστήριζε ότι η γυναίκα ενδιαφερόταν κυρίως για την περιουσία του και ότι η συμπεριφορά της είχε δημιουργήσει προβλήματα στη σχέση του με τα παιδιά του.
Όπως ισχυρίστηκε, η σύζυγός του αναφερόταν στα παιδιά του ως «προικοθήρες», ενώ φέρεται να τον αποκαλούσε «άχρηστο» και «ανίκανο». Ο ίδιος διατύπωσε επίσης σοβαρούς ισχυρισμούς για τη συμπεριφορά της μέσα στον γάμο, τους οποίους συνέδεε με τη διάλυση της σχέσης τους.
Οι συγκεκριμένες αναφορές αποτελούσαν μέρος της μαρτυρίας του άνδρα και δεν πρέπει να εκλαμβάνονται ως ανεξάρτητα διαπιστωμένα γεγονότα.
Στο επίκεντρο και ποσό £200.000
Ιδιαίτερη βαρύτητα στην υπόθεση είχε και η αναφορά σε ποσό £200.000.
Ο σύζυγος υποστήριξε ότι, περίπου έναν μήνα μετά την αποχώρηση της γυναίκας από τη συζυγική κατοικία, εκείνη απέσυρε χωρίς να τον ενημερώσει το συγκεκριμένο ποσό από τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε στο εξωτερικό και το μετέφερε σε προσωπικό της λογαριασμό.
Σύμφωνα με τη δική του εκδοχή, στον λογαριασμό αυτόν κατέθετε εισοδήματα από περιουσία που είχε αποκτήσει με την πρώτη του σύζυγο, η οποία είχε αποβιώσει.
Η γυναίκα, από την πλευρά της, απέρριπτε την εκδοχή ότι ο γάμος είχε οριστικά τελειώσει. Περιέγραφε τη σχέση ως «τραυματισμένη» και απέδιδε τη ρήξη, μεταξύ άλλων, στη ζήλια του συζύγου της. Τη θέση της υποστήριξε και η κόρη της, ενώ στο δικαστήριο κατατέθηκε και αντίγραφο παραπόνου που είχε υποβάλει στην Αστυνομία την ημέρα της αποχώρησής της από την κατοικία.
Η απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου
Αξιολογώντας τη μαρτυρία, το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε ως αξιόπιστη την εκδοχή του συζύγου και έκρινε αναξιόπιστη τη μαρτυρία της γυναίκας.
Στη συνέχεια, αποφάσισε τη λύση του γάμου λόγω ισχυρού κλονισμού, αποδίδοντας ευθύνη και στους δύο συζύγους για την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί.
Η γυναίκα δεν αποδέχθηκε την απόφαση και στις 4 Μαρτίου 2024 καταχώρισε έφεση, προβάλλοντας συνολικά 17 λόγους, οι οποίοι αφορούσαν κυρίως τον τρόπο αξιολόγησης της μαρτυρίας από το πρωτόδικο Δικαστήριο.
Ωστόσο, είχε ήδη μεσολαβήσει μια καθοριστική εξέλιξη.
Ο θάνατος του συζύγου άλλαξε τα δεδομένα
Ο άνδρας είχε αποβιώσει στις 16 Φεβρουαρίου 2024, πριν η απόφαση για τη λύση του γάμου καταστεί τελεσίδικη.
Το Εφετείο κλήθηκε να εξετάσει κατά πόσο η διαδικασία μπορούσε να συνεχιστεί μετά τον θάνατό του. Η πλευρά της γυναίκας υποστήριξε ότι ο θάνατος δεν αναιρούσε το δικαίωμά της να αμφισβητήσει την πρωτόδικη απόφαση μέσω της έφεσης.
Το Εφετείο, ωστόσο, έκρινε ότι το δικαίωμα διάζευξης είναι αυστηρά προσωπικό και ότι, όταν ένας από τους συζύγους αποβιώσει πριν η απόφαση καταστεί τελεσίδικη, ο γάμος λύεται αυτοδικαίως λόγω του θανάτου.
Κατά συνέπεια, η έφεση κρίθηκε ότι δεν είχε πλέον αντικείμενο και δεν εξετάστηκαν επί της ουσίας οι 17 λόγοι που είχε προβάλει η γυναίκα.
Η τελική κρίση και τα έξοδα
Το Εφετείο απέρριψε την έφεση ως «προδήλως αβάσιμη», σύμφωνα με τον σχετικό διαδικαστικό κανονισμό, καθώς η διαδικασία διαζυγίου δεν μπορούσε να συνεχιστεί μετά τον θάνατο του συζύγου υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις.
Παράλληλα, επιδίκασε έξοδα ύψους €2.400, πλέον ΦΠΑ εάν εφαρμόζεται, υπέρ του διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος και εις βάρος της γυναίκας.
Σημειώνεται ότι το Εφετείο δεν επανεξέτασε την ουσία των καταγγελιών για την περιουσία, τη συζυγική συμπεριφορά ή τις σχέσεις με τα παιδιά. Η απόφασή του επικεντρώθηκε αποκλειστικά στο νομικό ζήτημα που προέκυψε από τον θάνατο του συζύγου και τις συνέπειές του για την εκκρεμούσα έφεση.
