Αντώνης Μιχαηλίδης

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Αντώνης Μιχαηλίδης

Ο Άγγελος ήρθε απ’ το σκοτάδι

MM
Maria Mavroudi

Στη σημερινή μας παρέα ο συγγραφέας κύριος Αντώνης Μιχαηλίδης θα μας μιλήσει για το βιβλίο του με τον τίτλο: Ο Άγγελος ήρθε απ' το σκοτάδι που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις ΔΙΑΝΟΙΑ.

Καλώς ορίσατε. Σας ευχαριστούμε πολύ.

Σας χαιρετώ και σας ευχαριστώ που με καλέσατε στην όμορφη συντροφιά σας.

Μιλήστε μας για το συγγραφικό σας έργο.

 Το συγγραφικό μου έργο δεν είναι και τόσο παραγωγικό λόγω του ότι, για 40 ολόκληρα χρόνια υπηρετούσα τη μουσική και το τραγούδι. Ήμουν τραγουδοποιός – τραγουδιστής και όταν παροπλιστήκα άρχισα να γράφω.

Βασικά έχουν εκδοθεί 6 βιβλία μου, «ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ», «Ο ΝΕΥΡΟΧΕΙΡΟΥΡΓΟΣ», ΤΑ ΕΞΙ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΟΝ ΑΪ ΒΑΣΙΛΗ», Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΗΡΕ ΑΠ΄ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ», «ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΩΝ.

ΧΡΩΜΑΤΩΝ» και η μουσικοθεατρική πολιτική σάτιρα «ΟΤΑΝ ΟΙ ΘΕΟΙ ΕΙΧΑΝΕ ΚΕΦΙ».

Ποιο είναι το περιεχόμενο της ιστορίας που αναφέρεται στο βιβλίο σας;

Το βιβλίο «Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΗΡΘΕ ΑΠ΄ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ» είναι βασισμένο πάνω σε πραγματικό γεγονός. Βέβαια η πένα μου πρόσθεσε πολλά μυθοπλαστικά στοιχεία ώστε να γίνει μυθιστόρημα. Η υπόθεσή του ξεκινάει με ένα χριστουγεννιάτικο ρεβεγιόν στο Χιούστον του Τέξας, όπου η Τζένιφερ Ντόρσεϊ, νομικός σύμβουλος και βοηθός του μεγιστάνα των επενδύσεων Ντέϊβιντ Άκερμαν βιάζεται από τον μεθυσμένο εργοδότη της. Αναφέρεται στη γεμάτη απόγνωση της φυγής της Τζένιφερ, που προτίμησε να εξαφανιστεί κουβαλώντας την τραυματισμένη αξιοπρέπειά της μαζί με τα όνειρα που άρχισε να χτίζει για το μέλλον της δίπλα, σ' αυτόν τον άνθρωπο που μόνο καλοσύνη και κατανόηση της είχε προσφέρει μέχρι κείνη τη μέρα. Κι ενώ η Τζένιφερ όλο και φεύγει βόρεια προς το άγνωστο, ο Άκερμαν, όταν συνέρχεται, νιώθει αηδία με τον ίδιο του τον εαυτό, για το αδιανόητο έγκλημα που έκανε ο ίδιος στην αστυνομία πηγαίνει, τους λέει ότι τη βοηθούσε αλλά δεν υπάρχει καταγγελία. οπότε και τον αφήνουν ελεύθερο. Ψάχνει να βρει για να ζητήσει να τον συγχωρήσει αλλά η Τζένιφερ είναι εξαφανισμένη στο Ρότσεστερ κι άλλαξε το όνομά της, οπότε δεν υπήρχε πουθενά. Ο Καρπός του βιασμού της ήταν ένα αγοράκι ο Νόρμαν. Μια αναπάντεχη συνάντηση με έναν από τους ανιψιούς του Άκερμαν στο Ρότσεστερ, γίνεται η αιτία να πάει να συναντήσει τη βιαστή της, λίγους μήνες πριν πεθάνει. Στη συνάντηση αυτή ο βιαστής μισοπεθαμένος μαθαίνει πως το μικρό αγόρι είναι γιος του κι αμέσως αλλάζει τη διαθήκη του κανοντάς τον κληρονόμο του. Αυτό δεν άρεσε σε κάποιους από τους συγγενείς, οι οποίοι καταστρώνουν σχέδιο εξαφάνισης του μικρού και της μητέρας και με τη βοήθεια ενός αμφιβόλου ηθικής δικηγόρου, που έχει επαφές με το οργανωμένο έγκλημα, αναθέτουν σε επαγγελματίες εκτελεστές το συμβόλαιο θανάτου τους. των τέλειων οργανωμένων κακοποιών, γίνεται η αιτία ο εκτελεστής τους ο Τόμας Σιπούγε από το Σοβέτο της Ν. Αφρικής, να βρεθεί μισοπνιγμένος σε ποτάμι του Μπάφαλο και να πάθει γενική αμνησία. Για αρκετό καιρό είναι ο κανένας και κατατρομαγμένος όλος προχωράει γιατί φοβάται τα πάντα. Στο διάστημα που ο Σιπούγιε πηγαινοέρχεται στους άγνωστους γι' αυτόν δρόμους, ο συνεταίρος του, με τη βεβαιότητα ότι ο έχει πνιγεί αναθέτει σε δύο αδέρφια, την εκτέλεση της μητέρας και του παιδιού. Φτάνοντας αυτοί στο μικρό σπιτάκι όπου έμενε η Τζένιφερ με τον γιο της, αναρωτήθηκαν τι μπορεί να κρύβει αυτό το παλιό σπίτι ώστε να τους πληρώσουν τόσο λεφτά για κάτι πολύ απλό γι' αυτούς, υποθέτουν πως κάτι πιο μεγάλο θα υπάρχει και καταλήγουν στο συμπέρασμα, να απαγάγουν τη μητέρα και το παιδί για να μάθουν τι μπορεί να κρύβεται κι αν υπάρχει χρήμα να το τσεπώσουν και μετά να κάνουν τη δουλειά, παραβαίνοντας τους άγραφους νόμους των εκτελεστών. Την ημέρα της απαγωγής, ο Σιπούγε χαμένος μέσα στον δαίδαλο των επαρχιακών δρόμων αναγκάζεται να χωθεί σε ένα εγκαταλελειμμένο συνεργείο αυτοκινήτων για να προφυλαχθεί από την τρομερή καταιγίδα που ξέσπασε στην περιοχή.Την ώρα που είχε πέσει πάνω σε ένα διπλό κάθισμα αυτοκινήτου που βρήκε στο γραφείο και κοιμόταν ο ένας από τους απαγωγείς, γνωρίζοντας πως το συνεργείο ήταν εγκαταλελειμμένο εδώ και χρόνια, για να αποφύγει κι αυτός τα ποτάμια που κατέβασε στο δρόμο η καταιγίδα, τον έφερε μικρό. Ο Νόρμαν και τον έδεσε στη βάση της σιδερένιας σκάλας που ανέβαζε στο γραφείο όπου κοιμόταν ο Τόμας. Από το σημείο αυτό αρχίζει μια συνεχής δράση. Ο Σιπούγε απελευθερώνει τον Νόρμαν και φεύγει τρέχοντας μέσα στο σκοτάδι και στα λασπόνερα φορτωμένο το παιδί στους ώμους του, χωρίς να ξέρει που πάει. Για την καλή του τύχη βρίσκει κάτω από μια γέφυρα ο Ίλια Γιοβάνοβιτς, λαθρέμπορος τσιγάρων για κάποια χρόνια και τώρα ευυπόληπτος επιχειρήσεις χοντρέμπορος ψαριών. Οι περιπέτειες συνεχίζονται καθώς οι δύο άντρες προσπαθούν να μάθουν κάτι από το παιδί για να το πάνε στους δικούς του. Ο Νόρμαν όμως από τον φόβο του έχει χάσει τη λαλιά του και σε ότι και να τον ρωτήσει απαντάει με μία και μόνο λέξη Μαμά! Φοβούνται να το παραδώσουν στην αστυνομία γιατί ο Σιπούγε είναι ο κανένας και ο Ίλια πρώην λαθρέμπορος και υπήρχε φόβος να τους συλλάβουν για παιδαγωγούς. Μετά από αρκετή δράση ο Σιπούγε βρίσκει τον εαυτό του, θυμάται τα πάντα, τα άγρια ​​παιδικά χρόνια στο Σοβέτο, την εκτέλεση του πατέρα του στα μάτια της μητέρας και των παιδιών μπροστά, την απελπισμένη φυγή στη Μποτσουάνα, τον θάνατο της μητέρας του, που για να σώσει τα παιδιά της, δεν έτρωγε τίποτε και μόλις φτάσανε στα σύνορα, έπεσε κάτω και δεν ξανασηκώθηκε. Θυμήθηκε τα σκληρά χρόνια σε ορφανοτροφείο στο Σαουθάμπτον, μέχρι που ήρθε και τον πήρε ο Στηβ ο μεγαλύτερος αδερφός του. Θυμήθηκε τις θυσίες που έκανε ο Στηβ για να τον σπουδάσει και να δάκρυσε όταν στην οθόνη του εγκεφάλου εμφανίστηκε η μορφή του αδερφού του, που χάθηκε όταν ένα από τα καζάνια του εργοστασίου που δούλευε τινάχτηκε. Οι θύμισες περνούσαν σαν κινηματογραφική ταινία μέσα από το ανανεωμένο εγκέφαλό του και όταν έφτασαν στο σημείο όπου διαπίστωσε ότι αυτός ήταν ο άνθρωπος που έπρεπε να σκοτώσει τη μητέρα και το παιδί καταράστηκε την ώρα και τη στιγμή που δεν πνίγηκε. Από το σημείο αυτό και μετά αρχίζει μία νέα σειρά από περιπέτειες όπου ο Τόμας αποφασίζει να γίνει ο φύλακας του παιδιού. Μετά από μια σειρά δράσης κατορθώνει να σώσει και τη μητέρα. Από αυτό το σημείο και μετά, αφού αναφέρεται στον μικρό Νόρμαν, που θέλει συνέχεια κοντά του γιατί νιώθει σιγουριά, ότι θα πάει να τιμωρήσει τους κακούς ανθρώπους που μπήκαν στο σπίτι τους και αρπάξανε αυτόν και τη μητέρα για να τους βάλει στη φυλακή, αρχίζει. άλλη μια σειρά από περιπέτειες. Ίσως για να εξιλεωθεί για το κακό και τον πόνο που προκάλεσε σε ανθρώπους που ούτε καν τους γνώριζε, αποφασίζει να εξοντώσει την οργάνωση και να φτάσει στον ηθικό αυτουργό. Οι περιπέτειες συνεχίζονται με πλοκή μέχρι το τέλος όπου φτάνει στον ηθικό αυτουργό. Μετά από αυτό εξαφανίζεται αποφασισμένος να κάνει αυτό που υποσχέθηκε στον αδερφό του, να βοηθήσει τα παιδιά του Σοβέτο.γνωρίζοντας πως το συνεργείο ήταν εγκαταλελειμμένο εδώ και χρόνια, για να αποφύγει κι αυτός τα ποτάμια που κατέβαζε στο δρόμο η καταιγίδα, έφερε τον μικρό Νόρμαν και τον έδεσε στη βάση της σιδερένιας σκάλας που ανέβαζε στο γραφείο όπου κοιμόταν ο Τόμας. Από το σημείο αυτό αρχίζει μια συνεχής δράση. Ο Σιπούγε απελευθερώνει τον Νόρμαν και φεύγει τρέχοντας μέσα στο σκοτάδι και στα λασπόνερα φορτωμένο το παιδί στους ώμους του, χωρίς να ξέρει που πάει. Για την καλή του τύχη βρίσκει κάτω από μια γέφυρα ο Ίλια Γιοβάνοβιτς, λαθρέμπορος τσιγάρων για κάποια χρόνια και τώρα ευυπόληπτος επιχειρήσεις χοντρέμπορος ψαριών. Οι περιπέτειες συνεχίζονται καθώς οι δύο άντρες προσπαθούν να μάθουν κάτι από το παιδί για να το πάνε στους δικούς του. Ο Νόρμαν όμως από τον φόβο του έχει χάσει τη λαλιά του και σε ότι και να τον ρωτήσει απαντάει με μία και μόνο λέξη Μαμά! Φοβούνται να το παραδώσουν στην αστυνομία γιατί ο Σιπούγε είναι ο κανένας και ο Ίλια πρώην λαθρέμπορος και υπήρχε φόβος να τους συλλάβουν για παιδαγωγούς. Μετά από αρκετή δράση ο Σιπούγε βρίσκει τον εαυτό του, θυμάται τα πάντα, τα άγρια ​​παιδικά χρόνια στο Σοβέτο, την εκτέλεση του πατέρα του στα μάτια της μητέρας και των παιδιών μπροστά, την απελπισμένη φυγή στη Μποτσουάνα, τον θάνατο της μητέρας του, που για να σώσει τα παιδιά της, δεν έτρωγε τίποτε και μόλις φτάσανε στα σύνορα, έπεσε κάτω και δεν ξανασηκώθηκε. Θυμήθηκε τα σκληρά χρόνια σε ορφανοτροφείο στο Σαουθάμπτον, μέχρι που ήρθε και τον πήρε ο Στηβ ο μεγαλύτερος αδερφός του. Θυμήθηκε τις θυσίες που έκανε ο Στηβ για να τον σπουδάσει και να δάκρυσε όταν στην οθόνη του εγκεφάλου του εμφανίστηκε η μορφή του αδερφού του, που χάθηκε όταν ένα από τα καζάνια του εργοστασίου που δούλευε τινάχτηκε. Οι θύμισες περνούσαν σαν κινηματογραφική ταινία μέσα από το ανανεωμένο εγκέφαλό του και όταν έφτασαν στο σημείο όπου διαπίστωσε ότι αυτός ήταν ο άνθρωπος που έπρεπε να σκοτώσει τη μητέρα και το παιδί καταράστηκε την ώρα και τη στιγμή που δεν πνίγηκε. Από το σημείο αυτό και μετά αρχίζει μία νέα σειρά από περιπέτειες όπου ο Τόμας αποφασίζει να γίνει ο φύλακας του παιδιού. Μετά από μια σειρά δράσης κατορθώνει να σώσει και τη μητέρα. Από αυτό το σημείο και μετά, αφού αναφέρεται στον μικρό Νόρμαν, που θέλει συνέχεια κοντά του γιατί νιώθει σιγουριά, ότι θα πάει να τιμωρήσει τους κακούς ανθρώπους που μπήκαν στο σπίτι τους και αρπάξανε αυτόν και τη μητέρα για να τους βάλει στη φυλακή, αρχίζει. άλλη μια σειρά από περιπέτειες. Ίσως για να εξιλεωθεί για το κακό και τον πόνο που προκάλεσε σε ανθρώπους που ούτε καν τους γνώριζε, αποφασίζει να εξοντώσει την οργάνωση και να φτάσει στον ηθικό αυτουργό. Οι περιπέτειες συνεχίζονται με πλοκή μέχρι το τέλος όπου φτάνει στον ηθικό αυτουργό. Μετά από αυτό εξαφανίζεται αποφασισμένος να κάνει αυτό που υποσχέθηκε στον αδερφό του, να βοηθήσει τα παιδιά του Σοβέτο.γνωρίζοντας πως το συνεργείο ήταν εγκαταλελειμμένο εδώ και χρόνια, για να αποφύγει κι αυτός τα ποτάμια που κατέβαζε στο δρόμο η καταιγίδα, έφερε τον μικρό Νόρμαν και τον έδεσε στη βάση της σιδερένιας σκάλας που ανέβαζε στο γραφείο όπου κοιμόταν ο Τόμας. Από το σημείο αυτό αρχίζει μια συνεχής δράση. Ο Σιπούγε απελευθερώνει τον Νόρμαν και φεύγει τρέχοντας μέσα στο σκοτάδι και στα λασπόνερα φορτωμένο το παιδί στους ώμους του, χωρίς να ξέρει που πάει. Για την καλή του τύχη βρίσκει κάτω από μια γέφυρα ο Ίλια Γιοβάνοβιτς, λαθρέμπορος τσιγάρων για κάποια χρόνια και τώρα ευυπόληπτος επιχειρήσεις χοντρέμπορος ψαριών. Οι περιπέτειες συνεχίζονται καθώς οι δύο άντρες προσπαθούν να μάθουν κάτι από το παιδί για να το πάνε στους δικούς του. Ο Νόρμαν όμως από τον φόβο του έχει χάσει τη λαλιά του και σε ότι και να τον ρωτήσει απαντάει με μία και μόνο λέξη Μαμά! Φοβούνται να το παραδώσουν στην αστυνομία γιατί ο Σιπούγε είναι ο κανένας και ο Ίλια πρώην λαθρέμπορος και υπήρχε φόβος να τους συλλάβο