Δηλητηριώδη πουλιά με τοξικά φτερά ανακαλύφθηκαν στη Νέα Γουινέα

ΓΕΝΙΚΑ

Δηλητηριώδη πουλιά με τοξικά φτερά ανακαλύφθηκαν στη Νέα Γουινέα

Τί ανακάλυψαν οι επιστήμονες

KK
Katerina KypriotakiOct 17, 2025

Σε μια αποστολή με πολλές προκλήσεις –συμπεριλαμβανομένων των εντάσεων με ντόπιες φυλές πρώην κανίβαλων– ορνιθολόγοι στη Νέα Γουινέα εντόπισαν δύο νέα είδη εντυπωσιακών πτηνών, τα οποία φέρουν νευροτοξικές ουσίες στα φτερά τους.

Πρόκειται για τις πρώτες περιπτώσεις δηλητηριωδών πουλιών που καταγράφονται εδώ και πάνω από είκοσι χρόνια, όπως σημειώνει η ερευνητική ομάδα στη μελέτη της που δημοσιεύτηκε στην επιστημονική επιθεώρηση Molecular Ecology.

Αυτή η ανακάλυψη προστίθεται στη μικρή αλλά αξιοσημείωτη λίστα γνωστών δηλητηριωδών πτηνών, στα οποία περιλαμβάνονται ήδη κάποια είδη της Νέας Γουινέας καθώς και το ευρωπαϊκό ορτύκι, το οποίο μπορεί να προκαλέσει σοβαρή δηλητηρίαση αν έχει καταναλώσει τοξικά φυτά.

Η τοξικότητα αυτών των πτηνών αποδίδεται στη διατροφή τους – κυρίως σε έντομα και φυτά που περιέχουν ισχυρές χημικές ενώσεις, τις οποίες οι οργανισμοί τους έχουν εξελιχθεί να αντέχουν.

Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι τα δηλητηριώδη σκαθάρια είναι πιθανή πηγή των τοξινών που βρέθηκαν στα φτερά των δύο νέων ειδών: Aleadryas rufinucha και Pachycephala schlegelii.

Το δηλητήριο που ανιχνεύθηκε, γνωστό ως βατραχοτοξίνη, είναι μία από τις ισχυρότερες νευροτοξίνες στον κόσμο. Πήρε το όνομά της από τα δηλητηριώδη βατράχια της Νότιας Αμερικής, των οποίων η τοξική έκκριση μπορεί να αποβεί μοιραία ακόμη και με μια απλή επαφή.

«Η ουσία αυτή κρατά ανοικτούς τους διαύλους νατρίου στους μυς, προκαλώντας έντονους σπασμούς και τελικά θάνατο», εξηγεί ο Κάσουν Μπονταβάτα, επικεφαλής της μελέτης από το Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης.

Οι κάτοικοι της περιοχής αποφεύγουν τα συγκεκριμένα πτηνά, καθώς –όπως αναφέρουν– το κρέας τους προκαλεί έντονο κάψιμο στο στόμα, παρόμοιο με την αίσθηση της πιπεριάς τσίλι, όπως διηγείται ο Νουντ Γιόνσον, μέλος της αποστολής από το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας της Δανίας.

Παρόλο που η ομάδα καθοδηγήθηκε από τοπικό οδηγό, δεν έλειψαν οι επικίνδυνες στιγμές. Κάποια στιγμή, μια φυλή κατηγόρησε τους ερευνητές ότι παραβίασαν τα σύνορά της, απειλώντας τους ακόμα και με ματσέτες.

Όσον αφορά την άμεση επαφή με τα τοξικά πτηνά, αυτή δεν ήταν επικίνδυνη μεν, αλλά προκάλεσε δυσφορία. «Ο Νουντ με είδε με μάτια που δάκρυζαν και μύτη που έτρεχε, νόμιζε ότι ήμουν συναισθηματικά φορτισμένος. Στην πραγματικότητα, απλά προσπαθούσα να συλλέξω δείγματα φτερών από ένα Pitohui dichrous, ένα από τα πιο τοξικά πτηνά που γνωρίζουμε», περιγράφει ο Μπονταβάτα.

«Η εμπειρία ήταν σαν να κόβεις κρεμμύδια, μόνο που αντί για δάκρυα προκαλούνταν από νευροτοξίνες», προσθέτει.

Γενετικές εξετάσεις αποκάλυψαν ότι τα δύο νέα είδη φέρουν μεταλλάξεις σε γονίδια που σχετίζονται με τους διαύλους νατρίου – τους ίδιους στόχους στους οποίους επιδρά η βατραχοτοξίνη. Παρόμοιες γενετικές προσαρμογές παρατηρούνται και στα δηλητηριώδη βατράχια, επιβεβαιώνοντας ότι και τα δύο είδη έχουν εξελιχθεί ανεξάρτητα ώστε να αντέχουν το δηλητήριο που αποθηκεύουν.

Το φαινόμενο αυτό, γνωστό ως συγκλίνουσα εξέλιξη, αναφέρεται στην περίπτωση όπου διαφορετικοί οργανισμοί αναπτύσσουν παρόμοια χαρακτηριστικά ως απάντηση σε κοινές περιβαλλοντικές προκλήσεις.

Πηγή: Scinews