
ΓΕΝΙΚΑ
Ε, πε αλλόναν κύριε Πρόεδρε
Είναι, λέει, ικανοποιημένος
«Θέλω να εκφράσω την ικανοποίηση μου για τα αποτελέσματα της Συνόδου», έλεγε ο Πρόεδρος Αναστασιάδης στις 2 Οκτωβρίου. Και για να ικανοποιηθούμε ομαδικά, εξηγούσε ότι «τέθηκαν διάφορες προτάσεις», μεταξύ των οποίων η άμεση επιβολή κυρώσεων στην Τουρκία ή «να δοθεί περιθώριο στη διπλωματία» και σε περίπτωση αποτυχίας «λήψη αποφάσεων το αργότερο κατά τη Σύνοδο του επομένου Ευρωπαϊκού Συμβουλίου τον Δεκέμβρη, δηλαδή σε δύο μήνες και κάτι μέρες».
Ήρθε, λοιπόν το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Δεκέμβρη, η διπλωματία πήρε το περιθώριο της, απέτυχε, η Τουρκία συνεχίζει την πειρατεία, τώρα και με εποικισμό της Αμμοχώστου, αλλά η λήψη αποφάσεων μετατέθηκε αυτή τη φορά για τον Μάρτη. Και πάλι ο Πρόεδρος μας είναι ικανοποιημένος. «Θα πρέπει να πω ότι είμαι απόλυτα ικανοποιημένος για τα Συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για την Ανατολική Μεσόγειο», έλεγε χθες. Διότι, όπως εξηγούσε, στην παράγραφο 28 επισημαίνεται αυτό, στην παράγραφο 29 επισημαίνεται το άλλο, στην παράγραφο 30 επισημαίνεται το παράλλο. Πουθενά, όμως, δεν επισημαίνεται ότι μας κοροϊδεύουν και οι Τούρκοι και οι εταίροι μας, κι εμείς δηλώνουμε ικανοποιημένοι για να ενημερώνουμε την κοινή γνώμη ότι πάμε καλά. Τουλάχιστον, ας παραδεχτούμε ότι πάμε κατά βαρβάρων επειδή αδυνατούμε να διαχειριστούμε τόσο μεγάλα παιχνίδια. Κι όχι μόνο εμείς οι μικροί, αλλά μαζί μας και η Ελλάδα. Διότι κι ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι ικανοποιημένος. «Η Ευρώπη έκανε ένα βήμα», λέει, «πήρε τις πρώτες αποφάσεις και δρομολόγησε και τις επόμενες τις οποίες ενδέχεται να χρειαστεί να πάρει». Όμως, την ώρα που η Ευρώπη κάνει κάθε τρεις μήνες ένα θεωρητικό βήμα, η Τουρκία κάνει άλματα επί της κυριαρχίας της Κύπρου και της Ελλάδας. Κι αν δεν το βλέπουν αυτό οι ηγέτες του ελληνισμού, μέχρι να κάνει η Ευρώπη το επόμενο βήμα, η Τουρκία θα εδραιώσει τον ρόλο του σερίφη της Μεσογείου κι εμείς θα διερωτόμαστε ακόμα πού είναι οι εταίροι μας να στηρίξουν τα κράτη μέλη που μετατρέπονται σε δορυφόρους της.
Είναι γεγονός ότι το έδαφος για την αναβολή των αποφάσεων είχε προετοιμαστεί από την προεδρεύουσα Γερμανία και δεν αναμενόταν να βγει από τη Σύνοδο άλλο αποτέλεσμα. Αλλά, αν γνώριζαν οι ηγέτες μας τι θα γίνει και πήγαιναν εκεί για να κερδίσουν ακόμα μια ισχυρή απόφαση, πλην όμως θεωρητική, όφειλαν και οφείλουν να μην τοποθετήσουν όλες τις προσδοκίες τους στη Σύνοδο. Είναι ολοφάνερο πια ότι συνεχίζουν να ακολουθούν πολιτική εξευμενισμού παρά τη διαπίστωση τους ότι απέτυχε. Είναι από τη Σύνοδο Ιουλίου, που ο Νίκος Αναστασιάδης στην παρέμβαση του είπε στους εταίρους ότι «η προσέγγιση του κατευνασμού έναντι της Τουρκίας δοκιμάστηκε και απέτυχε. Πρέπει να μετουσιώσουμε τις δηλώσεις αλληλεγγύης σε πράξεις» (17/7/2020). Το είπε και λίγες μέρες αργότερα προς τον κυπριακό λαό, στην ομιλία του για την 20ή Ιουλίου: «Η πολιτική του κατευνασμού, δεν πρόκειται να επιφέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα σε σχέση με την Τουρκία. Δοκιμάστηκε και έχει αποτύχει. Τουναντίον, αντί να λειτουργεί υποστηρικτικά ως προς την υιοθέτηση μιας λογικής, ρεαλιστικής και συνάδουσας με το διεθνές δίκαιο στάσης, εκτρέφει ακόμη περισσότερο τη μεγαλομανία, τις παράνομες δράσεις, τις εκβιαστικές προσεγγίσεις και τις επικίνδυνες ψευδαισθήσεις μίας χώρας που θεωρεί τον εαυτό της ως ηγέτιδα της περιοχής και όχι μόνο».
Έξι μήνες μετά από αυτές τις σωστές εκτιμήσεις, τι άλλο είδαμε εκτός από τη συνέχεια της πολιτικής του κατευνασμού; Περιμένουμε να πεισθούν οι Ευρωπαίοι όταν η δική μας ηγεσία παραμένει αφοσιωμένη χρόνια και χρόνια σε αυτή την πολιτική χωρίς να κάνει ούτε ένα βήμα αναθεώρησης; Ας μην γελιόμαστε, πολιτική του κατευνασμού είναι και η συμμετοχή μας σε πενταμερή διάσκεψη υπό τον Γκουτέρες, χωρίς να απαιτήσουμε άρση των παρανομιών στην ΑΟΖ και στην Αμμόχωστο. Όσα ζητούμε από τους Ευρωπαίους, ας τα κάνουμε πρώτα εμείς. Αν μη τι άλλο, ας απαιτήσουμε πρώτα από τον Γκουτέρες να ξεκαθαρίσει με την τουρκική πλευρά αν θα διαπραγματευθεί στη βάση του δικού του πλαισίου. Και μπορεί να το κάνει με εκ του σύνεγγυς συνομιλίες, δεν χρειάζεται να συρθούμε σε πενταμερή διάσκεψη για να φορτωθούμε ακόμα μια αποτυχία. Αλλιώς, η συμμετοχή μας σε απευθείας διαπραγμάτευση αυτή τη στιγμή (η εφεύρεση της «άτυπης διαπραγμάτευσης» δεν αλλάζει την ουσία) θα είναι ως να αποδεχόμαστε να διαπραγματευθούμε το τουρκικό πλαίσιο λύσης.
