
ΓΕΝΙΚΑ
Γρίπη: Η «έξυπνη» γευστική οδός που αποκαλύπτει τη μόλυνση πριν τα πρώτα συμπτώματα
Νέα επιστημονική ανακάλυψη
Με την έναρξη του φθινοπώρου, τα πρώτα περιστατικά γρίπης ήδη κάνουν την εμφάνισή τους, σηματοδοτώντας μια ακόμη απαιτητική εποχή για τη δημόσια υγεία. Η γρίπη είναι μια εξαιρετικά μεταδοτική νόσος, καθώς μπορεί να μεταδοθεί έως και δύο ημέρες πριν εκδηλωθούν τα πρώτα συμπτώματα.
Σε αυτό το πλαίσιο, επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο Würzburg στη Γερμανία ανέπτυξαν έναν πρωτοποριακό μοριακό αισθητήρα, ικανό να ανιχνεύει τον ιό της γρίπης μέσω του σάλιου – και μάλιστα πριν εμφανιστεί οποιοδήποτε σύμπτωμα. Το αξιοσημείωτο της τεχνολογίας είναι ότι ενεργοποιείται μέσω… της γεύσης του θυμαριού, ανοίγοντας τον δρόμο για διαγνωστικά προϊόντα όπως τσίχλες ή καραμέλες.
«Αντί να επενδύσουμε σε πολύπλοκες συσκευές, στραφήκαμε στο πιο άμεσο “εργαλείο” που έχει κάθε άνθρωπος: τη γλώσσα», δήλωσε ο επικεφαλής της ομάδας, Lorenz Meinel, με τη μελέτη να δημοσιεύεται στο περιοδικό ACS Central Science.
Πώς λειτουργεί ο «γευστικός» ανιχνευτής
Η ιδέα βασίζεται σε μια αδυναμία του ιού της γρίπης: τη χρήση του ενζύμου νευραμινιδάση για την εξάπλωσή του. Οι ερευνητές δημιούργησαν ένα μόριο που μιμείται τον φυσικό στόχο αυτού του ενζύμου και το συνδύασαν με θυμόλη, το δραστικό συστατικό του θυμαριού.
Όταν ο ιός προσπαθεί να «σπάσει» το μόριο, η θυμόλη απελευθερώνεται και γίνεται αντιληπτή από τον χρήστη μέσω της γεύσης. Έτσι, η ξαφνική γεύση θυμαριού λειτουργεί ως προειδοποιητικό σήμα ότι υπάρχει ενεργή λοίμωξη.
Σε εργαστηριακές δοκιμές, ο αισθητήρας αντέδρασε μέσα σε μόλις 30 λεπτά, με τις συγκεντρώσεις θυμόλης να είναι ανιχνεύσιμες ακόμη και στα πιο προχωρημένα στάδια της νόσου. Μάλιστα, οι επιστήμονες εκτιμούν ότι η τεχνολογία θα είναι ακόμη πιο αποτελεσματική σε πρώιμα στάδια, όπου τα ιικά φορτία είναι υψηλότερα.
Από τη θεωρία στην πράξη
Στόχος των ερευνητών είναι η ενσωμάτωση του αισθητήρα σε καραμέλες ή τσίχλες, δημιουργώντας ένα προσιτό, γρήγορο και εύχρηστο διαγνωστικό μέσο για τον γενικό πληθυσμό. Η παρουσία μιας απροσδόκητης γεύσης θα μπορούσε να οδηγήσει τον χρήστη στην αυτοαπομόνωση ή στην επιβεβαίωση της διάγνωσης με κάποιο τεστ.
Η τεχνολογία έχει αποδειχθεί ασφαλής για ανθρώπινα κύτταρα και σταθερή για διάστημα τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων, ακόμη και σε αντίξοες συνθήκες ζέστης και υγρασίας. Κάθε δόση περιέχει ελάχιστη ποσότητα της δραστικής ουσίας (2,1–11,5 mg), καθιστώντας το μέσο οικονομικό και εύκολα διαχειρίσιμο.
Επιπλέον, εξετάζονται και άλλες παραλλαγές, όπως η χρήση πικρών γεύσεων για μεγαλύτερη ευαισθησία ή η ενσωμάτωση χρωμάτων, ώστε το αποτέλεσμα να γίνεται ορατό και χωρίς να βασίζεται αποκλειστικά στη γεύση.
Ένα «ενδιάμεσο» εργαλείο διάγνωσης
Παρόλο που τα τεστ PCR και τα rapid tests αποτελούν σήμερα τα βασικά μέσα διάγνωσης, δεν είναι άμεσα διαθέσιμα ή πρακτικά σε όλες τις περιπτώσεις. Ο γευστικός αισθητήρας δεν υπόσχεται την ίδια ακρίβεια, αλλά παρέχει ένα πολύ ταχύτερο και απλό μέσο εντοπισμού της λοίμωξης σε πρώιμο στάδιο, όταν ο ασθενής είναι πιο μεταδοτικός.
Οι πρώτες κλινικές δοκιμές σε ανθρώπους αναμένονται μέσα στα επόμενα δύο χρόνια. Εκεί θα διαπιστωθεί αν πράγματι οι χρήστες μπορούν να αντιληφθούν τη γεύση και να δράσουν προληπτικά.
Πηγή: Philenews
