Πώς φτάσαμε στο φιάσκο του χαλλουμιού

ΓΕΝΙΚΑ

Πώς φτάσαμε στο φιάσκο του χαλλουμιού

Τα πράγματα όμως έπρεπε να ήταν πολύ διαφορετικά μετά την κατοχύρωση του προϊόντος

VZ
Vasilis ZenonosFeb 22, 2022

Το αδιέξοδο στο οποίο βρέθηκε σήμερα η Κυβέρνηση με το θέμα του χαλλουμιού είναι απότοκο των λαθών που γίνονται την τελευταία δεκαετία και ξεκίνησαν ουσιαστικά μετά την υποβολή του φακέλου στην Κομισιόν τον Ιούλιο του 2014. Με δεδομένη την έλλειψη στο αιγοπρόβειο γάλα και κατόπιν αιτήματος των τυροκόμων, η Κυβέρνηση αποφάσισε να εγκρίνει δεκαετή μεταβατική περίοδο, με στόχο το 2024, να υπερέχει στην παρασκευή του χαλλουμιού η χρήση αιγινού και πρόβειου γάλακτος έναντι του αγελαδινού, σύμφωνα και με την αίτηση που υποβλήθηκε. Στις 9 Ιουλίου 2014, με βάση διάταγμα του Υπουργείου Εμπορίου η ελάχιστη αναλογία αιγινού και πρόβειου γάλακτος καθορίστηκε στο 20% με στόχο να αυξάνεται προοδευτικά μέχρι την κάλυψη του 50% που προβλέπεται στην προδιαγραφή του ΠΟΠ.

Τα λάθη άρχισαν αμέσως μετά, αφού ναι μεν προκηρύχτηκαν μέτρα για τη δημιουργία νέων και τον εκσυγχρονισμό των υφιστάμενων αιγοπροβατοτροφικών εκμεταλλεύσεων, ωστόσο την ίδια ώρα η Κυβέρνηση εξακολουθούσε να παρέχει τα ίδια κίνητρα και στους αγελαδοτρόφους, ενώ από τότε μέχρι και σήμερα, λόγω και της σχεδόν μονοπωλιακής κατάστασης που επικρατεί στον κλάδο, εξακολουθούν να απολαμβάνουν από τις ψηλότερες τιμές στο γάλα σε όλη την Ευρώπη. Τα μέτρα που λήφθηκαν ιδιαίτερα την περίοδο 2017-2020, ενίσχυσαν σε σημαντικό βαθμό την παραγωγή του αιγινού και πρόβειου γάλακτος, το οποίο με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία σημειώνει αύξηση περί τα 5.000.0000 ετησίως. Ταυτόχρονα, όμως, λόγω των ενισχύσεων σε όλους ανεξαίρετα τους κτηνοτρόφους, αυξανόταν και η παραγωγή του αγελαδινού γάλακτος. Τα οικονομικά κίνητρα σε όλους δεν έδωσαν τη δυνατότητα στους αιγοπροβατοτρόφους να διεκδικήσουν και να πάρουν καλύτερες τιμές για το γάλα που κατέληγε για τυροκόμηση. Η μη διεκδίκηση καλύτερων τιμών οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι οι αιγοπροβατοτρόφοι είναι περίπου 3.000 και δεν είναι οργανωμένοι, ενώ οι αγελαδοτρόφοι είναι 275 και είναι πολύ καλά οργανωμένοι και σε πολλές περιπτώσεις, εκτός από παραγωγοί, είναι και οι ίδιοι τυροκόμοι.

Παρέχοντας μέχρι και το 2020 οικονομικά κίνητρα για επενδύσεις και στην αγελαδοτροφία, η Κυβέρνηση δεν πέτυχε τους στόχους που έθεσε ευθύς εξαρχής που ήταν να απαλλαγεί ο τομέας του γάλακτος από τα δεκανίκια του Κράτους, από τη στιγμή που υπήρχε τόσο μεγάλη ζήτηση σε γάλα. Αυτό θα γινόταν κατορθωτό εφόσον η αγορά λειτουργούσε ελεύθερα και η τιμή για κάθε είδος γάλακτος αντανακλούσε τη ζήτηση από τη βιομηχανία και όχι την ολιγοπωλιακή κατάσταση που επικρατεί σήμερα στον τομέα του αγελαδινού γάλακτος.

Το 2016, για να βελτιωθούν οι αδυναμίες που εντοπίστηκαν στον τομέα της αιγοπροβατοτροφίας και να εξυπηρετηθεί ο στόχος της παραγωγής ενός πιστοποιημένου προϊόντος με υψηλή εμπορική αξία, δηλαδή με τη συμμετοχή όσο το δυνατόν περισσότερου αιγοπρόβειου γάλακτος, η Κυβέρνηση αποφάσισε να κινηθεί προς τρεις κατευθύνσεις: α) Αύξηση της παραγωγής γάλακτος με τη βελτίωση της παραγωγικότητας μέσω της βελτίωσης του γενετικού δυναμικού των υφιστάμενων κτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων, β) αύξηση της παραγωγής γάλακτος μέσω της αύξησης του ζωικού κεφαλαίου και γ) αντιμετώπιση και μετριασμός του προβλήματος εποχικότητας. 

Βλέποντας κανείς τους δείκτες σήμερα διαφαίνεται ότι αν και επιτεύχθηκε η αύξηση του ζωικού κεφαλαίου αλλά και η αύξηση του γάλακτος και της παραγωγικότητας των αιγοπροβάτων, δυστυχώς το πρόβλημα της εποχικότητας παραμένει ακόμη και σήμερα με ιδιαίτερα μειωμένη την παραγωγή Σεπτεμβρίου - Δεκεμβρίου (ξηρά περίοδος). Με βάση λοιπόν τα στοιχεία, ενώ το αιγοπρόβειο γάλα αυξανόταν κατά μέσο όρο περί τα 5 εκατ. λίτρα ετησίως, την ίδια ώρα το αγελαδινό αυξανόταν κατά 15 εκατ. λίτρα ετησίως. Μια αγελάδα παράγει περίπου 7-9 χιλ. λίτρα γάλα ετησίως και ένα πρόβατο μόλις 300 - 500 λίτρα. Οι τιμές που απολαμβάνουν σήμερα οι αγελαδοτρόφοι είναι 66 σεντ το λίτρο, σε αντιστοιχία με €1,15 το πρόβειο γάλα και 0,68 το αιγινό.

Για να μπορούσε το αιγοπρόβειο γάλα να υπερισχύσει του αγελαδινού στην παρασκευή του χαλλουμιού, έπρεπε η Κυβέρνηση, αμέσως μετά την υποβολή του φακέλου στις Βρυξέλλες, να τερμάτιζε τις επιδοτήσεις στην αγελαδοτροφία. Κάτι που αντιλήφθηκε δυστυχώς με καθυστέρηση, μόλις το 2020. 

Τα πράγματα όμως έπρεπε να ήταν πολύ διαφορετικά μετά την κατοχύρωση του προϊόντος. Αναμενόταν δηλαδή, α) αύξηση της ζήτησης του αιγοπρόβειου γάλακτος και της τιμής του, β) μείωση της παραγωγής και της τιμής του αγελαδινού γάλακτος και γ) μείωση της παραγωγής χαλλουμιού. 

Σε ό,τι αφορά την εμπορία χαλλουμιού ολοένα και αυξάνεται χωρίς να ενδιαφέρεται κανείς για το τελικό προϊόν που παρασκευάζεται σήμερα. Παράγουμε 45 χιλ. τόνους «χαλλούμι» ετησίως, όταν η παραγωγή π.χ. του ροκφόρ δεν ξεπερνά τις 19 χιλ. τόνους ετησίως. 

Το σοβαρότερο λάθος της Κυβέρνησης όλα αυτά τα χρόνια είναι ότι δεν πραγματοποιεί ελέγχους στην αγορά για να διαπιστώσει ότι το προϊόν που παράγεται, τουλάχιστον από το 2014 και μετά, δεν περιλαμβάνει αιγοπρόβειο γάλα στη βάση του διατάγματος του Υπουργείου Εμπορίου. Το οξύμωρο σε αυτή την κατάσταση είναι ότι οι έλεγχοι του προτύπου είναι στο ίδιο Υπουργείο που καταβάλλει μεγάλες προσπάθειες για αύξηση των εξαγωγών του προϊόντος. 

Η απουσία αυστηρών ελέγχων έφερε την ασυδοσία στα τυροκομεία, που άρχισαν να παρασκευάζουν δήθεν χαλλούμι σε διαφορετικά σχήματα (μπλοκ, σλάις, μπέργκερ), με διάφορες γεύσεις (τσίλι, βασιλικό) και χαμηλών λιπαρών. Προϊόντα που δεν είναι χαλλούμια και δεν περιλήφθηκαν στον φάκελο για κατοχύρωση του χαλλουμιού ως ΠΟΠ. Με βάση τα επίσημα στοιχεία, περίπου το 35% των προϊόντων αυτών παρασκευάζεται σήμερα από τις βιομηχανίες. 

Η απέλπιδα προσπάθεια του Καδή να σώσει την κατάσταση

Μετά την κατοχύρωση του προϊόντος, το υπουργείο Γεωργίας διαπίστωσε την 1η Οκτωβρίου 2021 ότι οι γαλακτοβιομηχανίες όχι μόνο δεν παρασκευάζουν χαλλούμι ΠΟΠ, αλλά διαθέτουν στην αγορά χαλλούμι όπως και προηγουμένως κατά παράβαση κοινοτικών κανονισμών. Τα προϊόντα αυτά, που αποκλίνουν ουσιαστικά από τις προδιαγραφές του ΠΟΠ δεν μπορούν να φέρουν την ονομασία «χαλλούμι». Η Κυβέρνηση είχε την επιλογή να ζητήσει την απόσυρση των προϊόντων αυτών από την αγορά. Αντί αυτού, το υπουργείο Γεωργίας έδωσε την ευκαιρία στους τυροκόμους να ακουστούν οι θέσεις τους και μπήκε σε διάλογο από την αρχή με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς προκειμένου να εξευρεθεί η πιο ανώδυνη λύση για όλους. Αφού τα βρήκαν γύρω από τις βασικές αρχές, ακούστηκαν απόψεις  άκρως επικίνδυνες τόσο για το προϊόν, όσο και για τη βιωσιμότητα των αιγοπροβατοτρόφων. 

Τα σενάρια δίνουν και παίρνουν, και αναμένεται η συνάντηση όλων των εμπλεκομένων στο Υπουργείο Γεωργίας ώστε να κατατεθούν οι τελικές προτάσεις και ακολούθως ο υπουργός Γεωργίας να λάβει τις αποφάσεις του. 

Το υπουργείο Γεωργίας προκρίνει λύση με βάση τη συμφωνία κατοχύρωσης του προϊόντος δηλαδή 50%-50%, ωστόσο αντί το αιγοπρόβειο να υπερτερεί στο γάλα, να υπερτερεί στο προϊόν. Αυτό γίνεται γιατί η μετατρεψιμότητα είναι διαφορετική και η χημική σύσταση του αιγινού και πρόβειου γάλακτος έχει υψηλότερη τυροκομική απόδοση. Δηλαδή, για να παρασκευάσεις 1 κιλό χαλλούμι από πρόβειο γάλα απαιτούνται 5,6 λίτρα, από αιγινό 8,6 λίτρα και από αγελαδινό 10,3 λίτρα. Επομένως, η μόνη λύση που μπορεί να γίνει αποδεκτή από το υπουργείο Γεωργίας και να μην υπάρχουν δυσκολίες στις διαπραγματεύσεις με τις Βρυξέλλες είναι η ελάχιστη ποσόστωση στο αιγοπρόβειο γάλα να ανέλθει από το 2024 στο 35%. Αυτή η ποσόστωση θα αφορά τα προϊόντα ΠΟΠ, στα οποία θα περιλαμβάνεται χαλλούμι αιγοπρόβειου γάλακτος 100% και μικτό χαλλούμι 35%-65%. Για τα υπόλοιπα προϊόντα θα γίνει προσπάθεια να ενταχθούν κάτω από το εμπορικό σήμα 5%-95% για μπλοκ, μπέργκερ, σλάις, με γεύσεις και λάιτ. Εφόσον γίνει αποδεκτή η λύση αυτή τότε η παραγωγή χαλλουμιού με χρήση 100% αιγοπρόβειου γάλακτος θα συνεχιστεί. 

 

 

Πηγη:Φilenews