
ΓΕΝΙΚΑ
Ρευστό 6 με 9 μήνες για να καλυφθούν ανάγκες του κράτους για να περιοριστούν οι κίνδυνοι.
ικανό να καλύπτονται οι ανάγκες του κράτους των επόμενων 6 με 9 μηνών σε κυλιόμενη βάση
Απόθεμα ρευστότητας σε ύψος ικανό να καλύπτονται οι ανάγκες του κράτους των επόμενων 6 με 9 μηνών σε κυλιόμενη βάση διατηρεί το Γραφείο Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους, σε μια προσπάθεια να περιοριστούν οι κίνδυνοι.
Στην έκθεση δημοσιονομικών κινδύνων που δημοσίευσε την προηγούμενη Παρασκευή το υπουργείο Οικονομικών σημειώνεται ότι «στο τέλος του 2021 το συνολικό απόθεμα ρευστών διαθεσίμων υπερκάλυπτε τις χρηματοδοτικές ανάγκες του 2022 γεγονός που εν μέρει αποδίδεται και στην καλύτερη από την αναμενόμενη εικόνα των δημόσιων οικονομικών της ΚΔ. Ο στόχος αυτός θα παραμείνει συντηρητικός εφόσον ελλοχεύει ο κίνδυνος νέου κύματος πανδημίας και γενικότερα παρατηρείται μια αβεβαιότητα στις αγορές ενόψει και της συνέχισης της Ρώσο-Ουκρανικής κρίσης με ότι αυτό συνεπάγεται για την παγκόσμια οικονομία. Μέσω της συνέχισης διατήρησης των ρευστών διαθεσίμων σε επίπεδο που να καλύπτει τις χρηματοδοτικές ανάγκες των επόμενων 6 με 9 μηνών επιτυγχάνεται ταυτόχρονα να διατηρηθεί σε χαμηλά επίπεδα τόσο ο κίνδυνος ρευστότητας αλλά και ο κίνδυνος αναχρηματοδότησης».
Για την συγκράτηση του κινδύνου επιτοκίου σε αποδεκτά επίπεδα σημειώνεται ότι « η ανάληψη νέου δανεισμού στις πλείστες των περιπτώσεων γίνεται σε σταθερά επιτόκια. Ήδη τα αρνητικά επιτόκια ανήκουν στο παρελθόν καθότι πρόσφατα η ΕΚΤ ανακοίνωσε την πρώτη αύξηση των επιτοκίων της κατά 50 μονάδες (0.50%) βάσης τον Ιούλιο και στη συνέχεια την δεύτερη αύξηση κατά 75 (0.75%) μονάδες βάσης τον Σεπτέμβριο». Απαιτείται, αναφέρει η έκθεση, «κάλυψη μεγαλύτερου μέρους των χρηματοδοτικών αναγκών μέσω μιας συντηρητικής δημοσιονομικής πολιτικής ώστε να επιτευχθεί μείωση δημόσιου χρέους και περιορισμός στην ανάληψη νέων δανείων. Με δεδομένη την αύξηση των επιτοκίων, ο μόνος τρόπος συγκράτησης του κόστους εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους είναι η επίτευξη του στόχου για μείωση του ίδιου του χρέους».
Οι σημαντικότεροι κίνδυνοι που είναι συνυφασμένοι με τη διαχείριση του δημόσιου χρέους, σύμφωνα με την έκθεση, συνοψίζονται πιο κάτω:
• Κίνδυνος για αρνητικές επιπτώσεις στη ψυχολογία / εμπιστοσύνη των επενδυτών σε επίπεδο ευρωπαϊκής και διεθνούς αγοράς κεφαλαίων : κίνδυνος αύξησης επιτοκίων, κίνδυνος πρόσβασης στις αγορές.
• Ενδεχόμενες αρνητικές επιπτώσεις στις αξιολογήσεις της πιστοληπτικής ικανότητας των Κρατών, ειδικότερα της ευρωζώνης, συμπεριλαμβανομένης και της ΚΔ.
• Ο αυξημένος πληθωρισμός και η αύξηση στις τιμές πρώτων υλών και καυσίμων καθώς και
• Ο οικονομικός αντίκτυπος από την συνεχιζόμενη Ρώσο-Ουκρανική κρίση.
Το υπουργείο Οικονομικών καταλήγει «παρά το σημαντικό ύψος των αποθεμάτων των ρευστών διαθεσίμων και τις προσδοκώμενες εισροές κεφαλαίων από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας της ΕΕ, οι πιο πάνω κίνδυνοι συνηγορούν υπέρ της διατήρησης ενός ικανοποιητικού ύψους ρευστών διαθέσιμων. Εφόσον η διατήρηση των ρευστών προς το παρόν επιτυγχάνεται με νέο δανεισμό και αύξηση του δημόσιου χρέους, μια τέτοια διατήρηση επιβάλλεται να περιορισθεί εντός των πλαισίων βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους, μέσω της ορθολογικής εφαρμογής της ΜΣΔΔΧ».
Σταθερά επιτόκια για το υφιστάμενο χρέος
Τέλος, στις 30/6/2022 το ποσοστό χρέους σε κυμαινόμενο επιτόκιο ανήλθε στο 29,3% εκ του οποίου, το μεγαλύτερο μέρος, αποτελεί ο δανεισμός από τον ΕΜΣ. Στην έκθεση αναφέρεται ότι με σκοπό την αντιμετώπιση του πληθωρισμού, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προχωρεί σε σταδιακές αυξήσεις των βασικών επιτοκίων της ενώ παράλληλα υποχωρούν οι τιμές των ομολόγων διεθνώς με αποτέλεσμα να αυξάνονται οι αποδόσεις τους και το κόστος δανεισμού. Παρά το γεγονός διευκρινίζεται, ότι το μεγαλύτερο μέρος του δημόσιου χρέους φέρει σταθερά επιτόκια και με τον τρόπο αυτό συγκρατεί το κόστος εξυπηρέτησης του, οι αυξήσεις στο κόστος ανάληψης νέων δανείων αναμένεται να οδηγήσουν σταδιακά σε ουσιαστική αύξηση του μέσου κόστους εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους. Το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να μετριασθεί μόνο με αυξημένη κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών από δημοσιονομικά πλεονάσματα γεγονός που προϋποθέτει την υλοποίηση συντηρητικής δημοσιονομικής πολιτικής.
