Ζωζάν Τιμούρ: Από πολιτική πρόσφυγας νικήτρια του Μαραθωνίου Λεμεσού

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Ζωζάν Τιμούρ: Από πολιτική πρόσφυγας νικήτρια του Μαραθωνίου Λεμεσού

Ζωζάν στα κουρδικά, σημαίνει ομορφιά της άνοιξης

VZ
Vasilis ZenonosApr 4, 2022

Η Ζωζάν Τιμούρ είναι μια Λεμεσιανή, η οποία έχει βραβευθεί πολλές φορές και με σημαντικές διακρίσεις, ως αθλήτρια. Έχει διακριθεί τόσο σε τοπικό όσο και σε παγκύπριο επίπεδο, με τελευταία, τη νίκη της στον Μαραθώνιο Λεμεσού, στα 10 χλμ. Έχει καταγωγή από το Κουρδιστάν. Γενέτειρά της μια κουρδική πόλη στην Καππαδοκία, η οποία βρίσκεται στην Ανατολική Τουρκία. Το 2008, ήρθε με την οικογένειά της στην Κύπρο, ως πολιτικοί πρόσφυγες. 


Σε μια συγκλονιστική συνέντευξη διηγείται πώς βίωσε η ίδια την προσφυγιά, τις δυσκολίες που αντιμετώπισε, τις εμπειρίες της, καθώς επίσης και για τη ρατσιστική συμπεριφορά κάποιων συμμαθητών της. Επιπλέον, μίλησε για τη μεγάλη της αγάπη, τον αθλητισμό, αποκαλύπτοντας που αφιερώνει την τελευταία της μεγάλη νίκη

Ποια η καταγωγή σου;
Είμαι από το Κουρδιστάν. Γεννήθηκα στην Ανατολική Τουρκία σε μια κουρδική πόλη στην Καππαδοκία, που ονομάζεται Έδεσσα. Η πόλη αυτή έχει μεγάλη ιστορία, ξεκινώντας από τους περσικούς, ελληνιστικούς χρόνους, φτάνοντας μέχρι τους Σταυροφόρους και τους Οθωμανούς. 

Από που προέρχεται το όνομά σου; 
Ζωζάν στα κουρδικά, σημαίνει ομορφιά της άνοιξης. Ο πατέρας μου πλήρωσε 25 χιλιάδες τουρκικές λίρες πρόστιμο για να με γράψει επίσημα μ’ αυτό το όνομα, αφού απαγορεύεται να βάζεις κουρδικά ονόματα στην Τουρκική Δημοκρατία. Όλα τα αδέρφια μου στο σπίτι, έχουν κουρδικά ονόματα. 

Πότε ήρθες στην Κύπρο και τι σε οδήγησε εδώ;
Ο πατέρας μου είχε ενεργό πολιτικό ρόλο στην Τουρκία, στον αγώνα για την ανεξαρτησία του Κουρδιστάν. Όπως καταλαβαίνετε, καταζητείτο και κινδύνευε για πολυετή φυλάκιση. Ήρθαμε στην Κύπρο, ως πολιτικοί πρόσφυγες το 2008. 
Περίγραψέ μας τη διαδρομή που ακολουθήσατε.
Φύγαμε όπως - όπως από την πόλη που μέναμε και πήγαμε στο λιμάνι της Μερσίνας. Πήραμε ένα πλοίο και ταξιδεύαμε μεσοπέλαγα για τρεις - τέσσερις μέρες. Η μητέρα μου ήταν μόνη της, μ’ εμένα και τα άλλα έξι αδέλφια μου.
Εγώ, ήμουν μόλις επτάμιση ετών και ο πατέρας μου έφυγε μ’ άλλον τρόπο πιο νωρίς, για να μην μας δουν όλους μαζί. Ήρθαμε παράνομα στην Κερύνεια και από εκεί ψάχναμε να βρούμε τρόπο να πάμε στις ελεύθερες περιοχές.

Πώς περάσατε την πράσινη γραμμή;
Περάσαμε μέσα από τα συρματοπλέγματα στη Λευκωσία. Ήταν βράδυ και είχαμε μπει στο πορτμπαγκάζ ενός αυτοκινήτου μαζί με όλα μου τα αδέρφια, γιατί εκεί δεν μπορούσε να μας δει από τις κάμερες η λεγόμενη «Αστυνομία». Θυμάμαι, μας άνοιξε ένας κύριος την πόρτα και μας είπε να κατέβουμε γρήγορα, περνώντας κάποιες σκάλες, γιατί στην απέναντι πλευρά με περίμενε με αγωνία ο πατέρας μου. 

Ποιες τραγικές εικόνες θυμάσαι εντονότερα από τα παιδικά σου χρόνια;
Θυμάμαι έντονα που οι σκάλες ήταν γεμάτες συρματοπλέγματα, αυτά που έχουν και στα στρατόπεδα κι εγώ όντας φοβισμένη, άρχισα να κλαίω πάρα πολύ. Τα συρματοπλέγματα ήταν όμως διαλυμένα, γιατί φαίνεται πως περνούσε πολύς κόσμος από εκεί. Μου είπαν πως μπορεί να με τσιμπήσουν και να προσπαθήσω να μην κλάψω, ούτε να φωνάξω γιατί υπήρχε στρατός εκεί κι αν γύριζα πίσω, θα με πυροβολούσαν. Έπρεπε να με φοβίσουν για να με σπρώξουν να πάω μπροστά, σε κάτι που ήταν άγνωστο για μένα. Η μαμά μου είχε την αδερφή μου στην αγκαλιά της και την άλλη την μικρή που ήταν μόλις τεσσάρων ετών, την κρατούσε από το χέρι. Ένα από τα αδέρφια μου, είχε μείνει πίσω κι εγώ έτρεξα μπροστά για να πάω στον μπαμπά μου. Θυμάμαι, πηδούσα μέσα από τα συρματοπλέγματα και πονούσα πολύ, κα- θώς σκίζονταν τα ρούχα μου. Μας είχαν φορέσει πέντε - έξι παντελόνια, για να μην σκιστούν τα πόδια μας. Ακόμη, θυμάμαι είχα φτάσει στον πατέρα μου, που με πήρε αγκαλιά από τα συρματοπλέγματα και με μετάφερε στην άλλη μεριά που ήταν ένας φίλος του και με περίμενε. 

Τι απέγινε ο αδερφός σου, που είχε μείνει πίσω;
Ο μικρός μου αδερφός, είχε μείνει πίσω. Προσπαθούσε να μας ακολουθήσει, αλλά είχε εισχωρήσει το συρματόπλεγμα στο πόδι του και δεν έβγαινε. Σταθήκαμε τυχεροί που δεν μας είδε ο στρατός εκείνη την νύχτα, γιατί πιστεύω αν μας έβλεπε θα μας πυροβολούσε. 

Πώς φτάσατε στη Λεμεσό, ποιες ήταν οι εμπειρίες σας;
Είχαμε μπει σ’ ένα ταξί που είχε πάρει ένας φίλος του πατέρα μου και μας έφερε στη Λεμεσό, συγκεκριμένα στην οδό Κρήτης, δίπλα από το Λανίτειο δημοτικό. Ήταν ένα ισόγειο σπίτι, το οποίο είχε μία μικρή αυλή κι είχε ένα μαύρο παράθυρο που δεν μπορούσες να δεις απ’ έξω, μέ- σα, αλλά μόνο από μέσα, έξω. Έτσι, βλέπαμε τα παιδιά που πήγαιναν σχολείο. Για εμάς ήταν πολύ παράξενο που βλέπαμε τις μαθήτριες να φοράνε φούστες. Επιπλέον, κοιμόμασταν σε κρεβάτι κι όχι στο πάτωμα. Δεν είχαμε καθόλου ρούχα κι η ιδιοκτήτρια του σπιτιού, μας άφηνε ρούχα μπροστά από την πόρτα και έφευγε. Ήξερε ότι ζουν μωρά εκεί. Θυμάμαι παίρναμε μπάλες και πράγματα από τα σκουπίδια και παίζαμε. Η μητέρα μου, μας έλεγε πως κανείς δεν ξέρει ότι έμεναν μωρά στο σπίτι, αλλά σίγουρα αυτό δεν ίσχυε, γιατί ήμασταν επτά αδέλφια και πολλοί πέρναγαν μπροστά από την πόρτα και μας έβλεπαν. Τελικά, αποφάσισαν να μας πάρουν στο Immigration, για να γραφτούμε πολιτικοί πρόσφυγες. Έτσι κι αλλιώς δεν είχαμε άλλη επιλογή, εάν πηγαίναμε πίσω στην Τουρκία θα μας σκότωναν.

Ποιες δυσκολίες αντιμετωπίσατε στην Κύπρο ως πρόσφυγες;
Δεν είχαμε φαγητό να φάμε, ούτε είχαμε την οικονομική δυνατότητα να πάρουμε φαγητό. Πηγαίναμε σ’ ένα περίπτερο κάτω από την οδό Κρήτης που μέναμε, με ιδιοκτήτρια μια κυρία, που την έλεγαν Μαρία και παίρναμε από εκεί έξι - επτά σοκολάτες και τις μοιραζόμασταν με τα αδέρφια μου. Θυμάμαι, τρώγαμε μία την ημέρα, για να μπορέσουμε να επιβιώσουμε. Η μητέρα μου δεν άντεχε να βλέπει τα μωρά της, που έχαναν συνεχώς κιλά. Ο αδερφός μου είχε μολυνθεί από το συρματόπλεγμα, είχε φουσκώσει, ήταν γεμάτος σημάδια κι έπρεπε να τον πάρουν νοσοκομείο, γιατί αλλιώς θα πέθαινε. Τον πήραν γιατρό, έμεινε εκεί για δύο εβδομάδες και του είχαν πει ότι είχε πιάσει σοβαρή μόλυνση και ότι κινδύνευε να του κόψουν το πόδι. Αρχικά, φοβόμασταν να πάμε, γιατί ήμασταν παράνομοι στην Κύπρο. Το γεγονός, ότι εισήλθαμε στην Κυπριακή Δημοκρατία από τα κατεχόμενα, ήταν επικίνδυνο για φυλάκιση. Οι Αρχές όμως, δεν μας επέβαλαν κάποια ποινή γιατί ήμασταν Κούρδοι, στους οποίους έτρεφαν μια ιδιαίτερη συμπάθεια.

Τι θυμάσαι από τα σχολικά σου χρόνια;
Επέστρεφα στο σπίτι με αίματα. Βίωσα ρατσισμό, οι συμμαθητές μου με φώναζαν «Τουρκάλα». Δεν ήξερα τη γλώσσα και δεν καταλάβαινα. Οι δάσκαλοι προσπαθούσαν να με προστατεύουν. Την ώρα όμως που βρισκόμουν στην τάξη και έλειπε ο δάσκαλος ή όταν ήμουν στο διάλειμμα, ήμουν πιο εύκολος στόχος στο να συμβεί αυτό. Δεν με ήθελε κανείς, με μισούσαν, με χτυπούσαν, πήγαινα στο σπίτι με αίματα. Πολλές φορές, τα παιδιά που με χτυπούσαν δεν ήταν μόνο Κυπριόπουλα αλλά παιδιά με καταγωγή την Ελλάδα, Αλβανία κτλ. Τα παιδιά ένιωθαν μεγάλο μίσος για τους Τούρκους και δεν καταλάβαιναν ποια ήταν η διαφορά μεταξύ Τούρκων και Κούρδων. Έξαλλου, η ταυτότητά μου έγραφε πως έχω τουρκική καταγωγή, αφού δεν έχουμε δικό μας κράτος και επομένως δεν μπορούσα να αποδείξω το αντίθετο. Έβλεπα το Λανίτειο Στάδιο που ήταν δίπλα από το σπίτι μας και έκλαιγα πάρα πολύ, γιατί με μισούσαν και δεν με έκανε παρέα κανένα παιδί.

Πως ξεκίνησε η αγάπη σου για τον αθλητισμό;
Η αγάπη μου για το στίβο, ξεκίνησε από πολύ μικρή ηλικία όταν έφυγα μια μέρα από το σχολείο για να πάω στο Λανίτειο να τρέξω. Μ’ άρεσε πολύ να αθλούμαι. Θυμάμαι χαρακτηριστικά, μια μέρα που 
μ’ έτρεχε από πίσω κάποιος κύριος, για να μου πει πως είμαι πολύ καλή αθλήτρια, αλλά δεν με προλάβαινε. Νόμιζα ότι ήθελε να μου κάνει κακό, επειδή έμπαινα παράνομα στο γήπεδο και έτσι έτρεχα περισσότερο για να τον αποφύγω. Έφευγα την ώρα που ήταν όλα τα παιδιά στο σχολείο, αλλά δεν με ένοιαζε, γιατί μ’ άρεσε να κάνω προπόνηση. Οι προπονήσεις και ο στίβος ήταν η μόνη διέξοδός μου. Όταν είχαμε οικογενειακά προβλήματα, πάλι πήγαινα στον στίβο και οι γονείς μου, μου έλεγαν πως είμαι κοπέλα κι είναι ντροπή να τρέχω και πως κανονικά θα έπρεπε να ήμουν στο σπίτι. Έβγαινα όμως κρυφά από το παράθυρο και πήγαινα προπόνηση. Ο στίβος ήταν κάτι που αγαπούσα πολύ.  

Ποιο μήνυμα θα ήθελες να περάσεις στον κόσμο;
Σίγουρα, κανείς δεν θέλει να φύγει από τον τόπο του. Όλοι πιεζόμαστε και όλοι έχουμε κάποιο λόγο, είτε λόγω οικονομικών προβλημάτων, είτε λόγω πολέμου κ.α. που μας οδηγεί στο να εγκαταλείψουμε την πατρίδα μας. 
Εγώ πιστεύω, πως όλοι είμαστε ίδιοι. Πιστεύουμε όλοι σ’ έναν ίδιο Θεό, όποιος κι αν είναι αυτός, ο Αλλάχ, ο Ιεχωβά ή ο Ιησούς. Δεν πρέπει να υπάρχει ρατσισμός. 
Σ’ όλα τα πλήθη, υπάρχουν και οι καλοί και οι κακοί. Κανείς δεν θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από το έθνος του, αλλά από τον ίδιο, ως άνθρωπος. 
Νιώθω Κύπρια κι έχω πει πολλές φορές στη μαμά μου πως αν γίνει πόλεμος στην Κύπρο, φυσικά και θα πολεμήσω για την πατρίδα μας. Είμαι Λεμεσιανή και αγαπώ τη Λεμεσό. Σαν τη Λεμεσό, εν έσιει. 

Πιστεύεις ότι υπάρχει ρατσισμός στον αθλητισμό; 
Στον αθλητισμό υπάρχει ρατσισμός όχι τόσο έντονος φυσικά, αλλά υπάρχει.

Πού θα ήθελες να αφιερώσεις την τελευταία σου νίκη;
Τη νίκη μου στον Μαραθώνιο, θέλω να την αφιερώσω στους μικρούς μας ήρωες που παλεύουν καθημερινά στα νοσοκομεία με λευχαιμία ή οποιαδήποτε άλλη αρρώστια. Ο μπαμπάς μου είναι καρκινοπαθής σε σοβαρό επίπεδο και ξέρω πόσο δύσκολο είναι να παλεύεις με θέματα υγείας.

 

 

Πηγη:ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΛΕΜΕΣΟΣ